ρούπι

το, Ν
1. παλαιά μονάδα μήκους, το ένα όγδοο τού εμπορικού πήχη, που ισοδυναμούσε με 0,0825 μέτρα
2. φρ. «δεν τό κουνάει ρούπι» — δεν μετακινείται από τη θέση του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. rup].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρούπι — το (λ. τουρκ.), το ένα όγδοο του πήχη ή τα 0,0825 του μέτρου. Φρ., «Δεν το κουνώ ρούπι» …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιχάς — I Μυθολογικό πρόσωπο. Κήρυκας του Ηρακλή, είναι γνωστός από το έργο του Σοφοκλή Τραχινίαι. Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, ο Ηρακλής, μετά την επιτυχία της εκστρατείας της Οιχαλίας, είχε φέρει σπίτι του αιχμάλωτη την πριγκίπισσα της Οιχαλίας,… …   Dictionary of Greek

  • rup — RUP, rupi, s.m. (înv., sec. XVIII) Unitate de măsură a lungimii, egală cu o optime de cot (II.). (din tc. rub; cf. rubiá şi ngr. ρούπι, sp. arroba) Trimis de tavi, 13.09.2007. Sursa: DER  rup ( pi), s …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.